«Η κρισιακή γνωσιακή συγκυρία ως φάσμα δυνατοτήτων: φιλοσοφική και μεθοδολογική προσέγγιση».

[Δημοσιεύθηκε στο: Δ. Σφενδόνη-Μέντζου, επιμ. Φιλοσοφία των επιστημών, εκδ. Α.Π.Θ., Θεσ/κη, 2008, σελ.73-82].

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Σ. ΠΑΤΕΛΗΣ,

Επίκουρος Καθηγητής Γενικού Τμήματος Πολυτεχνείου Κρήτης.

Βάσει της «Λογικής της Ιστορίας» (Βαζιούλιν 2004), της θεωρητικής και μεθοδολογικής προσέγγισης που πρεσβεύω, η επιστήμη δεν μπορεί να θεωρείται ως ένα μόρφωμα αποκομμένο από την διάρθρωση της κοινωνίας και από το κοινωνικό γίγνεσθαι (βλ. και Bernal). Δεν μπορεί επίσης να εξετάζεται υπό το πρίσμα μονομερειών, οι οποίες έχουν κατά καιρούς επικρατήσει κατά την διάρκεια του 20ου αι., όπως λ.χ. αυτές που ανάγουν την επιστήμη σε φορμαλισμούς της τυπικής λογικής (όπως στον λογικό θετικισμό, βλ. σχετικά: Carnap, Κράφτ, Πάνου), σε «συμβολικές κατασκευές», είτε σε κοινωνικο-ψυχολογικές συμβάσεις (βλ. π.χ. Kuhn). Η επιστήμη συνιστά ένα περίπλοκο και πολυεπίπεδο μόρφωμα, μια λειτουργία του κοινωνικού συνειδέναι, και ως εκ τούτου, κινείται σε ένα πλέγμα αλληλεπιδράσεων. Στις μέρες μας γίνεται πολύς λόγος περί περιπλοκότητας. Ωστόσο, η επίκληση της περιπλοκότητας δεν μπορεί να λειτουργεί ως αφορμή για φυγή σε μια χαώδη απροσδιοριστία, σε μιαν αέναη αναζήτηση πολλών παραγόντων και τελικά, σε μια σχετικοποίηση των πάντων. Τα παραπάνω συνιστούν τελικά υπεκφυγή από την βασική λειτουργία της επιστημονικής έρευνας: από την διάγνωση της νομοτελούς συγκρότησης και κίνησης της πραγματικότητας μέσω της ανάδειξης των προσδιορισμών του αντικειμένου και της βαθμιαίας άρσης της απροσδιοριστίας του. Το νομοτελές δεν ανάγεται ούτε στην μεταφυσική τελεολογία, ούτε και στον λαπλασιανού τύπου μηχανιστικό ντετερμινισμό. Η επιστήμη συνιστά ένα μόρφωμα της κοινωνικής συνείδησης (Πατέλης 1998). Η τελευταία συγκροτείται μέσω μιας διττής αποβλεπτικότητας. Αφ’ ενός μεν είναι σχέση νοητικής προσοικείωσης αντικειμένων (συν-ειδέναι), η οποία γενετικά και λειτουργικά έλκει την καταγωγή της από την σκοποθεσία της εργασιακής δραστηριότητας, από τον μετασχηματισμό του φυσικού περιβάλλοντος προς ικανοποίηση των αναγκών του ανθρώπου, αναγκαίος όρος του οποίου είναι η διάγνωση των ιδιοτήτων και των νόμων που διέπουν τα αντικείμενα, τα μέσα, τα υλικά και τους τρόπους της εργασιακής επενέργειας, αλλά και του ίδιου του ανθρώπου, ως υποκειμένου αυτής της επενέργειας. Αφ’ ετέρου δε, συνιστά συνειδητοποίηση αυτού του υποκειμένου ως υποκειμένου και της σχέσης του με άλλα υποκείμενα (συν-ειδέναι), μια λειτουργία που προορίζεται για την ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων ως υποκειμένων. Προϊούσης της διαδικασίας του καταμερισμού εργασίας εντός του ιστορικού γίγνεσθαι, αυτονομείται σχετικά η συνδεόμενη με την σκοποθεσία νοητική προσοικείωση της πραγματικότητας, το ειδέναι, συστηματική έκφανση του οποίου σε κοινωνίες με ανεπτυγμένο και δη, ανταγωνιστικού χαρακτήρα καταμερισμό της εργασίας, είναι η επιστήμη. Ως εκ τούτου, η επιστήμη προβάλλει ως συστηματική παραγωγή αντικειμενικής, τεκμηριωμένης και αληθούς γνώσης περί του μέρους εκείνου του επιστητού που αποτελεί το γνωστικό της αντικείμενο. Παρά τις περί του αντιθέτου αντιλήψεις ενός αφελούς αντικειμενισμού και των αντίστοιχων εκδοχών γνωσιολογικής ροβινσωνιάδας, η επιστήμη δεν ανάγεται στην αδιαμεσολάβητη και εξωκοινωνκά εννοούμενη σχέση του υποκειμένου προς το γνωστικό αντικείμενο. Η επιστήμη είναι μεν γνωστική σχέση του υποκειμένου προς το αντικείμενο (ειδέναι), η οποία όμως διαμεσολαβείται πάντοτε από κοινωνικά-πολιτισμικά επεξεργασμένα νοητικά είτε και τεχνικά μέσα και τρόπους προσοικείωσης του αντικειμένου, αλλά και από συνειδητοποίηση της σχέσης μεταξύ υποκειμένων (ως υποκειμένων της δραστηριότητας που αναπτύσσουν και των σχέσεων που συνάπτουν) και ως εκ τούτου, είναι και μορφή κοινωνικής συνείδησης, η οποία συνδέεται με τις λοιπές μορφές του κοινωνικού συν-ειδέναι. Οι τελευταίες διακρίνονται βάσει του πρίσματος μέσω του οποίου διαθλάται το περιεχόμενο της κοινωνικής συνείδησης, οι αντικειμενικοί όροι της ύπαρξης του ανθρώπου, δηλαδή, μέσω του πράττειν (ηθική μορφή), του αισθάνεσθαι (αισθητική μορφή) και του σκέπτεσθαι, του νοείν (φιλοσοφία). Η σύνδεση αυτή της επιστήμης με τις μορφές του κοινωνικού συν-ειδέναι, είτε ανακύπτει αυθόρμητα, οπότε η συνειδητοποίηση της κοινωνικής θέσης και του ρόλου της επιστήμης και του επιστήμονα λαμβάνει χώρα με τους όρους της αγοραίας καθημερινής συνείδησης και του κοινού νου (και τις συνακόλουθες μονομέρειες, προκαταλήψεις, κ.ο.κ.), είτε αποκαθίσταται συνειδητά, κυρίως μέσω του μεθοδολογικού και φιλοσοφικού αναστοχασμού. Στο βαθμό που η επιστήμη καθίσταται άμεση παραγωγική δύναμη, παρατηρείται διεύρυνση και εμβάθυνση αυτής της διαμεσολάβησης. Σε συνθήκες καταμερισμού εργασίας εντός της επιστήμης, η επιστήμη χωρίζεται σε επιστήμη, γνωστικό αντικείμενο της οποίας είναι η φύση, και σε επιστήμη, γνωστικό αντικείμενο της οποίας είναι η κοινωνία. Στην πρώτη περίπτωση, η επιστήμη είναι κατά κύριο λόγο γνωστική διαδικασία, γνώση, ειδέναι. Στην δεύτερη περίπτωση, η επιστήμη είναι κατά κύριο λόγο συνείδηση, συν-ειδέναι. Στο βαθμό που διατηρείται ο υποδουλωτικός καταμερισμός της εργασίας παρατηρείται και η διαίρεση (η οποία συχνά παίρνει την μορφή του ανταγωνισμού) των επιστημών σε επιστήμες περί φύσεως και επιστήμες περί κοινωνίας. Η διαίρεση αυτή, παρά τις οντολογικές διαφορές των γνωστικών αντικειμένων και τις αντίστοιχες διαφοροποιήσεις των μεθοδολογικών προσεγγίσεων, δεν είναι και δεν μπορεί να είναι απόλυτη, όπως δεν είναι και δεν μπορεί να είναι απόλυτη η διαφορά φύσης και κοινωνίας, αλλά και ειδέναι και συν-ειδέναι. Οι όποιες διαφορές και αντιθέσεις μεταξύ φυσικών, κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών, ενισχύονται, ιδεολογικοποιούνται και απολυτοποιούνται υπό συγκεκριμένους κοινωνικοοικονομικούς όρους (η ανάλυση των οποίων δεν εμπίπτει στο θέμα του παρόντος κειμένου). Ωστόσο, οι τάσεις διεπιστημονικής σύγκλισης, συνανάπτυξης και ολοκλήρωσης των ερευνητικών δραστηριοτήτων, είναι ήδη έκδηλες και σηματοδοτούν την προοπτική της συνθετικής και εσωτερικά ενιαίας επιστήμης της ώριμης ανθρώπινης κοινωνίας, εσωτερικά ενιαίες μεν, πλην όμως διαφορετικές στιγμές της οποίας θα είναι η γνώση, διάγνωση της φύσης και συνειδητοποίηση της κοινωνίας (Βαζιούλιν, 2004, σ.242). Η επιστήμη, αφ’ ενός μεν συνιστά ερευνητική δραστηριότητα, που έχει να κάνει πρωτίστως με την παραγωγή πρωτότυπης γνώσης, αλλά και με την αναπαραγωγή και διάδοση αυτής της γνώσης. Η ερευνητική δραστηριότητα διεξάγεται πάντοτε σε συγκεκριμένες συνθήκες, με την χρήση συγκεκριμένων μέσων και τρόπων (νοητικών ή και εμπράγματων μέσων, εργαλείων, οργάνων, διατάξεων, εξοπλισμού, κ.ο.κ.), η διάγνωση και ανάπτυξη των οποίων συνιστά αντικείμενο της έρευνας της λογικής και της μεθοδολογίας της επιστήμης, ενός κλάδου, που συνιστά μέρος του φιλοσοφικού στοχασμού και αναστοχασμού της επιστήμης. Η επιστήμη προβάλλει και ως αποτελέσματα, ως κεκτημένα της επιστήμης, ως γνώσεις διαφόρων επιπέδων και μορφών συγκρότησης, εμπειρικού και θεωρητικού επιπέδου. Συνιστά επίσης η επιστήμη και κοινωνικό θεσμό, οργάνωση, ιεραρχία, σχέσεις μεταξύ ανθρώπων και ομάδων, εντός της επιστημονικής δραστηριότητας, αλλά και πέριξ αυτής, εξ’ αφορμής του ευρύτερου κοινωνικού αντίκτυπου και των χρήσεων των εκάστοτε αποτελεσμάτων, των κεκτημένων της επιστήμης. Εδώ αναφερόμαστε τόσο στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που απαρτίζουν την «επιστημονική κοινότητα» με την στενή και την ευρεία έννοια, στις τυπικές (επίσημες) και στις άτυπες (ανεπίσημες) μορφές της, όσο και στις σχέσεις μεταξύ των θεσμών της επιστήμης και των υπολοίπων κοινωνικών θεσμών, στη θέση και στον ρόλο της επιστήμης και των ανθρώπων της επιστήμης στο κοινωνικό όλο. Αρχής γενομένης από την βιομηχανική επανάσταση, από την στιγμή που η εφαρμοσμένη φυσιογνωσία καθίσταται εκ των ων ουκ άνευ όρος των τεχνολογικών διατάξεων της παραγωγής, η επιστήμη μετατρέπεται και σε άμεση παραγωγική δύναμη, σε μια διαδικασία, η οποία κλιμακώνεται μαζί με την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, βαθαίνοντας τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας και της παραγωγής, γεγονός που αναβαθμίζει διαρκώς την θέση και τον ρόλο της επιστήμης στη δομή και στο γίγνεσθαι της κοινωνίας. Έτσι, η επιστήμη συνδέεται με αυτό που ο Μαρξ (σ.135) αποκαλούσε καθολική εργασία, δηλαδή με εκείνο το είδος της ανθρώπινης δημιουργικής δραστηριότητας, που δεν χαρακτηρίζεται τόσο από την άμεση εμπλοκή του ανθρώπου ως φυσικής παρουσίας και εκτελεστικού οργάνου της εργασίας, ούτε και από την ανταποδοτικότητα του αντιπραγματισμού και των ανταλλαγών εμπορευματοκατόχων, όσο από την εκτύλιξη της ανθρώπινης δραστηριότητας σε ένα πεδίο ανταλλαγής, αμοιβαίου εμπλουτισμού δεξιοτήτων, ικανοτήτων και γνώσεων, ανάμεσα στα υποκείμενα του ανθρώπινου πολιτισμού. Με δεδομένα τα παραπάνω, εξυπακούεται ότι η εξέταση της ιστορίας της επιστήμης δεν μπορεί να υπαχθεί σε φορμαλισμούς τύπου λογικού θετικισμού, ούτε και σε ιστορικές αναφορές στο πνεύμα του αφηρημένου ανθρωπισμού. Η επιστήμη είναι ένα ιδιαζόντως περίπλοκο και πολυεπίπεδο πολιτισμικό μόρφωμα, η διάγνωση της νομοτελούς συγκρότησης και ανάπτυξης του οποίου (καθ’ υπέρβαση της μονομερούς εμπλοκής και αγκύλωσης σε κάποια απ’ τις ποικίλες πτυχές, πλευρές και εκφάνσεις του) είναι ανέφικτη χωρίς την ανεπτυγμένη διαλεκτική λογική και μεθοδολογία. Κατ’ αυτό τον τρόπο, έχοντας μελετήσει συστηματικά την ευρετική σημασία της ως άνω μεθοδολογίας στο γίγνεσθαι της οικονομικής επιστήμης και της κοινωνικής θεωρίας, εξετάζω την συγκρότηση και την ιστορική ανάπτυξη της επιστήμης ως νομοτελή διαδικασία, ως μια «φυσικοϊστορική» διαδικασία (Πατέλης 1991, 2004, 1994-1995, κ.ά.). Η ανάπτυξη της επιστήμης στην ιστορία δεν είναι μια διαδικασία χωρίς υποκείμενο (όπως διατείνεται μια αρκούντως μηχανιστική εκδοχή του δομισμού, βλ. σχετικά: Αλτουσέρ), αλλά εκτυλίσσεται μέσω της δραστηριότητας των ανθρώπων της επιστήμης, των ατομικών και συλλογικών υποκειμένων της επιστήμης και (μέσω της διαμεσολάβησης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας) της κοινωνίας. Πρόκειται για μια διαδικασία, η ιστορικότητα της οποίας μπορεί να διακριβωθεί αρκούντως μέσω αυτού του πλέγματος των διαλεκτικά αλληλένδετων κριτηρίων που η μεθοδολογία που πρεσβεύω αποκαλεί «γνωσιακή συγκυρία» (βλ. Βαζιούλιν 1964, 1968, 1987). Η γνωσιακή συγκυρία προσδιορίζεται βάσει των εξής κριτηρίων εξέτασης της ανάπτυξης ορισμένης γνωστικής διαδικασίας, τα οποία συνδέονται με: 1. την υφή, τον χαρακτήρα, την ιδιοτυπία των νόμων που διέπουν το μέρος εκείνο του επιστητού, το οποίο συνιστά το γνωστικό αντικείμενο της εν λόγω επιστήμης. Εδώ εγείρονται ποικίλα ερωτήματα: Τι είδους αντικείμενο είναι αυτό; από τι είδους αλληλεπιδράσεις χαρακτηρίζεται; Τι τύπου ανάπτυξη το χαρακτηρίζει (εάν αυτό αναπτύσσεται); Συνιστά άραγε αυτό το αντικείμενο οργανικό όλο (ένα σύστημα, χαρακτηριστικό του οποίου είναι η εσωτερική αμοιβαία συνάφεια των μερών του); Επομένως, πρωταρχικό κριτήριο για την διάγνωση της γνωσιακής συγκυρίας, είναι ένας οντολογικός προσδιορισμός: το είδος και το στάδιο ανάπτυξης του γνωστικού αντικειμένου (προϋποθέσεις, πρωταρχική εμφάνιση, διαμόρφωση και ωριμότητα). 2. το επίπεδο ανάπτυξης της κεκτημένης γνώσης της εν λόγω έρευνας, της εν λόγω επιστήμης (από θεωρητικής και μεθοδολογικής σκοπιάς). Αυτό αφορά την «φυλογένεση» της έρευνας, το επίπεδο της μέχρι τούδε ανάπτυξης αυτής της επιστήμης, το μεθοδολογικό επίπεδο που έχει κατακτήσει. Το τελευταίο προσδιορίζεται λαμβάνοντας ως κριτήριο μεθοδολογικής ωριμότητας της έρευνας την χρήση της μεθόδου της ανάβασης από το αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο, εφ’ όσον έχει ολοκληρωθεί η ερευνητική λειτουργία της ανάβασης από το κατ’ αίσθηση συγκεκριμένο στο αφηρημένο, με την διάκριση της απλούστατης σχέσης του αντικειμένου. Ανώτερη λοιπόν μεθοδολογική προσέγγιση, προσήκουσα στο ώριμο οργανικό όλο και χαρακτηριστική για το νοείν κατά Λόγο (Vernunft), είναι η διαλεκτική μέθοδος της ανάβασης από το αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο (Βαζιούλιν 1992). Λαμβάνοντας ως γνώμονα μεθοδολογικής ωριμότητας της έρευνας την κλιμάκωση της σκέψης προς την μέθοδο της ανάβασης από το αφηρημένο στο νοητά συγκεκριμένο, μπορούμε να αποτιμήσουμε το επίπεδο ανάπτυξης διαφόρων ερευνητικών διαδικασιών. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι η πλειονότητα των φυσικών επιστημών κινείται επί του παρόντος κατ’ εξοχήν στο επίπεδο της προδιαλεκτικής νόησης, της διάνοιας (Verstand), δηλ. κινείται από την κατ’ αίσθηση χαώδη περί του όλου αντίληψη, προς διαφόρων βαθμών αφαιρέσεις και γενικεύσεις (ποσοτικού, μετρικού και τυπικού χαρακτήρα) του εμπειρικού υλικού, των δεδομένων των αισθήσεων. 3. το επίπεδο γνωστικής και μεθοδολογικής ανάπτυξης της «οντογένεσης» του συγκεκριμένου υποκειμένου της έρευνας (ατομικού ή και συλλογικού), το επίπεδο θεωρητικής και λογικής του συγκρότησης, δηλ. η ικανότητά του να διαγνώσει τόσο την ιδιοτυπία και το επίπεδο ανάπτυξης του γνωστικού αντικειμένου, όσο και το επίπεδο ανάπτυξης (το επίπεδο της ιστορικά προσδιορισμένης επάρκειας ή ανεπάρκειας) των περί του αντικειμένου κεκτημένων γνώσεων. Οι ιδιότητες αυτές του υποκειμένου συνδέονται με τον τύπο προσωπικότητάς του και με την στάση ζωής του, με την ικανότητά του να εξετάζει κριτικά τόσο το αντικείμενο, όσο και την κεκτημένη γνώση και μεθοδολογία, με την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τις ερευνητικές ανάγκες, την εσωτερική λογική της ανάπτυξης της έρευνας και να διαθλά υπό το πρίσμα της τελευταίας τις πραγματικές ανάγκες της ανθρωπότητας. 4. την περιρρέουσα ιστορική – πολιτισμική ατμόσφαιρα, η οποία επιδρά εμμέσως ή εμμέσως στην έρευνα (ως προς το τι, πώς, γιατί και σε ποια κατεύθυνση, με ποια σκοπιμότητα, προτεραιότητα και ιεράρχηση πρέπει να διερευνηθεί). Δεδομένου ότι η επιστήμη ως κατ’ εξοχήν ειδέναι έλκει την καταγωγή της από την πρακτική μετασχηματιστική δραστηριότητα του ανθρώπου, η πρακτική προβάλλει ως το αφετηριακό σημείο, το κριτήριο της αλήθειας και ο τελικός προορισμός της. Δεδομένου επίσης και του γεγονότος ότι η επιστήμη συνιστά καθολική δημιουργική (και ενίοτε καταστροφική) δύναμη της ανθρωπότητας, θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν τον τρόπο με τον οποίο οι εκάστοτε κοινωνικές ανάγκες ενσωματώνονται στο corpus της επιστημονικής έρευνας, μέσω μιας ιδιότυπης «διήθησης» και αναψηλάφησης του εάν, τι, με τι τρόπο και κατά πόσο εμπίπτει στο πεδίο του γνωστικού αντικειμένου. Ωστόσο, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι στις ανταγωνιστικές κοινωνίες οι (συνδεόμενες με τα κυρίαρχα συμφέροντα) εκάστοτε δεσπόζουσες μορφές κοινωνικής ζήτησης (π.χ. οι ανάγκες μεγιστοποίησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου) ως κριτήριο επιλογής προοπτικής μέσα από το φάσμα δυνατοτήτων της γνωσιακής συγκυρίας, δεν ταυτίζονται με τις βαθύτερες πραγματικές ανάγκες της ανθρωπότητας και με τις ανάγκες της εσωτερικής λογικής της ανάπτυξης της έρευνας. Ο προσδιορισμός της γνωσιακής συγκυρίας ως συγκεκριμένης ιστορικής στιγμής στο φάσμα δυνατοτήτων της νομοτελούς πορείας της επιστήμης, είναι εκ των ων ουκ άνευ όρος για την συνειδητή εμπλοκή του υποκειμένου στην ερευνητική διαδικασία, για την χάραξη στρατηγικών και τακτικών της έρευνας. Το φάσμα δυνατοτήτων που εμπεριέχει η εκάστοτε γνωσιακή συγκυρία περιλαμβάνει κινδύνους άγονης δογματικής αγκύλωσης, μονομερούς παραμόρφωσης, σκεπτικιστικής-σχετικοκρατικής διάλυσης, καταστροφής κ.λπ., αλλά και γόνιμες προοπτικές δημιουργικής ανάπτυξης της επιστήμης. Το δίπολο δημιουργικών και αυτοκαταστροφικών τάσεων, προβάλλει ιδιαίτερα έντονα κατά τις κρισιακές γνωσιακές συγκυρίες. Σε διάφορες φάσεις ανάπτυξης της επιστήμης, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η κεκτημένη γνώση (το θεωρητικό κεκτημένο της επιστήμης) δεν μπορεί να επιτελεί πλέον λειτουργίες τις οποίες επιτελούσε μέχρι πρότινος με ορισμένη πληρότητα και επάρκεια. Κρισιακή γνωσιακή συγκυρία αποκαλούμε εκείνη την συγκυρία, στα πλαίσια της οποίας η κεκτημένη γνώση αδυνατεί να μας παράσχει έγκυρη περιγραφή και κυρίως θεωρητική εξήγηση και επιστημονική πρόβλεψη – πρόγνωση της δομής και της ανάπτυξης του αντικειμένου. Νέες πτυχές, πλευρές, εμπειρικά γεγονότα κ.ο.κ. που αφορούν το γνωστικό αντικείμενο εγείρονται στο προσκήνιο της έρευνας, χωρίς να είναι η κεκτημένη γνώση εις θέση να τα περιγράψει, να τα εξηγήσει και να προβλέψει την προοπτική τους με πληρότητα, αντικειμενικότητα και επάρκεια. Αυτή η αναντιστοιχία της κεκτημένης γνώσης προς τις νέες ερευνητικές ανάγκες λειτουργεί ως κινητήριος αντίφαση, ως γονιμοποιό κίνητρο για την περαιτέρω ανάπτυξη της έρευνας, για την περαιτέρω διεύρυνση και εμβάθυνση της γνώσης. Η τελευταία δεν είναι δεδομένη αυτομάτως και αυθορμήτως. Απαιτείται ενεργοποίηση του υποκειμένου για την διακρίβωση της γνωσιακής συγκυρίας από λογικής και μεθοδολογικής σκοπιάς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η ερευνητική δραστηριότητα έχει πάντοτε διττή κατεύθυνση: 1) προς το αντικείμενο (για την νοητική αφομοίωση και τον μετασχηματισμό του), 2) προς την κεκτημένη γνώση (αρχικά προεκβαλλόμενη στο εισέτι μη εγνωσμένο πεδίο, ως μέθοδος προσπορισμού νέας γνώσης και –εφ’ όσον διαπιστώνεται η ανεπάρκειά της– ως αντικείμενο προς μετασχηματισμό μέσω κριτικού μεθοδολογικού αναστοχασμού). Το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της έρευνας νοείται εξ’ αρχής ως ελλείπον στοιχείο του συστήματος γνώσεων που διαθέτει το επιστημονικό κεκτημένο. Και μάλιστα η αναπλήρωση αυτού του ελλείποντος στοιχείου συνδέεται οργανικά με τον μετασχηματισμό αυτού του κεκτημένου. Η ανάπτυξη της γνώσης δεν επιτυγχάνεται μέσω της αδιέξοδης αντιπαράθεσης προσεγγίσεων που επικεντρώνουν και απολυτοποιούν την αναφορά τους σε «εσωτερικούς» (που αφορούν την ενδογενή λογική συγκρότηση και ανάγονται τελικά σε τυπικο-λογικούς) είτε σε «εξωτερικούς» (εξωγενείς πολιτισμικούς, κοινωνικούς, ψυχολογικούς, κ.ο.κ.) παράγοντες της έρευνας, αλλά μέσω της διάγνωσης της διαλεκτικής αλληλεπίδρασης και αλληλοδιείσδυσης των προαναφερθεισών δυναμικών συνιστωσών της γνωσιακής συγκυρίας, διότι σε κάθε φάση της τελευταίας, ο αυθεντικός ερευνητής χαρακτηρίζεται από μια διττή αποβλεπτικότητα: αφ’ ενός μεν έχει μια κριτική στάση προς το γνωστικό αντικείμενο (ώστε αυτό να μη συνιστά ανυπέρβλητο και αμετάβλητο «είναι ως έχει» αλλά να καταστεί «είναι δι ημάς» μέσω της νοητικής προσοικείωσής του), αφ’ ετέρου δε, μια κριτική στάση προς την (επαρκή ή ανεπαρκή) κεκτημένη θεωρητική και μεθοδολογική γνώση. Και οι δύο πλευρές διαμεσολαβούνται από τις σχέσεις εκείνες που αναφέραμε εξετάζοντας την επιστήμη ως παραγωγική δύναμη, και ως θεσμό (με υλικά και ιδεατά μέσα, ιεραρχία και οργάνωση). Υπάρχουν λοιπόν κρισιακές γνωσιακές συγκυρίες που ποικίλουν ως προς το εύρος, το βάθος και την ένταση της αντιφατικότητας που τις χαρακτηρίζει. Οι συγκυρίες αυτές ανακύπτουν στην ιστορία των επιστημών και της φιλοσοφίας ως περίπλοκα και πολυεπίπεδα φαινόμενα, προϊόν εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Υπάρχουν κρισιακές γνωσιακές συγκυρίες που οφείλονται σε χονδροειδείς εξωτερικές επεμβάσεις στο έργο της επιστήμης (μέσω θεσμικών παρεμβάσεων, απαγορεύσεων, εξαγορών, επιλεκτικών χρηματοδοτήσεων ή υποχρηματοδοτήσεων κ.ο.κ.), σε εκ των πραγμάτων εξάντληση του ερευνητικού δυναμικού ορισμένης κεκτημένης γνώσης, είτε (κατά κανόνα) σε συνδυασμό των παραπάνω. Η βαθμιαία κλιμάκωση της αντικειμενικά ανακύπτουσας κρισιακής γνωσιακής συγκυρίας δεν οδηγεί αυτομάτως στο θρίαμβο της νέας γνώσης, της επικείμενης επιστημονικής επανάστασης, εάν δεν συνοδεύεται από τους κατάλληλους υποκειμενικούς όρους και κυρίως, από την συγκρότηση νέου υποκειμένου της έρευνας μέσω της επαναχάραξης στρατηγικής και τακτικής ενός ανώτερου φάσματος ερευνητικών προγραμμάτων. Αυτό επιτυγχάνεται αρχικά μέσου του αρνητικού αυτοπροσδιορισμού της νέας θεωρητικής αντίληψης έναντι της παλαιάς (ανάδειξη των αδυναμιών, της ανεπάρκειας και συνολική κριτική αποτίμησης της προηγούμενης θεωρίας, ερμηνεία των αιτίων ανεπάρκειας αυτής, της θεωρίας) και βαθμιαία, μέσω της θετικής πλέον εδραίωσης-καταξίωσης της νέας (φιλοσοφική- μεθοδολογική θεμελίωση, αναβάθμιση της έρευνας μέσω της διεύρυνσης και εμβάθυνσής της), μέσω της θετικής διευθέτησης των ερευνητικών ζητημάτων στα οποία προσέκρουε χωρίς προοπτική η προγενέστερη θεωρία και συνεπώς, μέσω του επαναπροσδιορισμού του πεδίου ισχύος και εφαρμοσιμότητας της τελευταίας, η οποία δεν απορρίπτεται συλλήβδην αλλά «αίρεται» διαλεκτικά από την νέα θεωρία. Σε μικρής εμβέλειας και βάθους κρισιακές συγκυρίες, η λύση της αντίφασης επιτυγχάνεται με ανάπτυξη της γνώσης στα πλαίσια των αρχών της κεκτημένης γνώσης, με ενδεχόμενες αλλαγές στον εννοιολογικό και κατηγοριακό εξοπλισμό της θεωρίας. Όταν όμως οι κρισιακές συγκυρίες είναι μεγάλης εμβέλειας και βάθους, απαιτούν επιστημονικές επαναστάσεις, οι οποίες δεν αφορούν μόνο την κατ’ αρχήν ποιοτική και ουσιώδη αναβάθμιση της θεωρίας και της μεθοδολογίας, αλλά θίγουν και τα θεμέλια των επιστημών (την «επιστημονική εικόνα του κόσμου», τα ιδεώδη, τους κανόνες και τα πρότυπα επιστημονικότητας και την όλη λανθάνουσα ή συνειδητά επιλεγόμενη κοσμοθεωρητική και φιλοσοφική θεμελίωση της γνώσης). Υπάρχουν όμως και χρονίζουσες, «κακοφορμίζουσες» κρισιακές γνωσιακές συγκυρίες, οι οποίες προβάλλουν επί μακρόν και βιώνονται ως αδιέξοδα, που δεν θέτουν εν αμφιβόλω μόνο την αξιοπιστία της επιστήμης, αλλά και την ίδια την γνωσιολογική αισιοδοξία και τον ορθολογισμό (βλ. Φεγιεράμπεντ). Η έγκαιρη διάγνωση των χαρακτηριστικών μιας κρισιακής γνωσιακής συγκυρίας, μπορεί να οδηγήσει σε γόνιμη υπέρβασή της μέσω της προώθησης συγκεκριμένου φάσματος ερευνητικών προγραμμάτων.


Βιβλιογραφία

Bernal, J. D. Η επιστήμη στην ιστορία, τόμοι 1-4. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος, χ.χ.

Carnap, Κ. Φιλοσοφία και λογική σύνταξη. Θεσ/κη: Εγνατία, χ.χ.

Kuhn, T.S. H δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων. Αθήνα: Σύγχρονα Θέματα, 1981.

Αλτουσέρ, Λ. Θέσεις (β’ εκδ.). Αθήνα: Θεμέλιο, 1983.

Βαζιούλιν, Β.Α. «Περί του ζητήματος του «μηχανισμού» ανάπτυξης της θεωρητικής γνώσης».

Vestnic Moskofskovo Universiteta, Ser. 8, Νο 2 (1964): 48-59. [http://www.ilhs.tuc.gr/ru/stat2.htm] .

Βαζιούλιν, Β. Α. Η λογική του Κεφαλαίου του Κ. Μαρξ, Μόσχα, 1968.

Βαζιούλιν, Β.Α. «Το σύστημα της λογικής του Χέγκελ και το σύστημα λογικής στο «Κεφάλαιο» του Μαρξ». ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΚΕΨΗ Νο 36 (1987): 75-82. [http://www.ilhs.tuc.gr/gr/LogikiHegel.htm] .

Βαζιούλιν, Β.Α. «Η Ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο», ΝΕΑ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ Νο 85- 86 (5/12/1992).[http://www.ilhs.tuc.gr/gr/Anavasi.htm] .

Βαζιούλιν, Β.Α. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ. Ζητήματα θεωρίας και μεθοδολογίας. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 2004.

Διεθνής σχολή: «Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ». Κείμενα: http://www.ilhs.tuc.gr/gr/index.htm.

Κραφτ, Βίκτορ. Ο κύκλος της Βιέννης και η γένεση του νεοθετικισμου. Αθήνα: Γνώση, 1986.

Μαρξ, Κ. Το Κεφάλαιο. Τόμος 3ος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή, χ.χ.

Πάνου, Σ. Mεταφυσική και λογικός θετικισμός, Αθήνα: Νέα Σύνορα, 1980.

Πατέλη, Δ. Φιλοσοφική και μεθοδολογική ανάλυση του γίγνεσθαι της οικονομικής επιστήμης. Μόσχα, 1991.

Πατέλη, Δ. Τα λήμματα: «Διάνοια και λόγος, διαλεκτική λογική, ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, ιστορικό και λογικό, εμπειρικό και θεωρητικό, επιστημονική εικόνα του κόσμου, λογικός θετικισμός, συνείδηση κοινωνική, θεωρία της επιστήμης». Στο ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ & ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ, τόμοι 1-5. Αθήνα: Καπόπουλος, 1994-1995.

Πατέλη, Δ. «Επιστήμες, πολιτική και επιστημονική Φιλοσοφία: Σχέσεις ανάπτυξης ή έκπτωσης;». Στο Φιλοσοφία, Επιστήμες και Πολιτική, επιμ. έκδ. Παναγιώτης Νούτσος, 327 -350. Αθήνα: ΤΥΠΩΘΗΤΩ, 1998.

ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ

των Μανώλη Δαφέρμου και Ραφίκ Σάαντ (Λίβανος)

Ο διάλογος που έχει αναπτυχθεί γύρω από το πρόβλημα της συ­σχέτισης επιστήμης και ανθρω­πισμού ανέδειξε την ύπαρξη αλληλοαποκλειόμενων απόψεων και προσεγγί­σεων. Οι απόψεις αυτές μορφοποιού­νται συχνά σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα τα οποία συσπειρώνουν επιστήμονες, διανοούμενους και κοινωνικούς παρά­γοντες. Στα στρατόπεδα των «ορθολογιστών», τεχνοκρατών και πραγματι­στών αφενός και των ηθικολόγων, «ανθρω­πιστών» και «ρομαντικών» αφετέρου. Η πόλωση που παρατηρείται γύρω από το εν λόγω ζήτημα αντανακλά τον αντιφα­τικό χαρακτήρα του ίδιου του αντικειμέ­νου, αλλά και την όξυνση της σύγκρου­σης μεταξύ αντιτιθέμενων κοινωνικών δυνάμεων και τάσεων της ιστορικής ανάπτυξης.

Η επιστημονικοτεχνική πρόοδος άνοιξε το δρόμο για την απελευθέρωση του αν­θρώπου από την άμεση φυσική εξάρτηση και συνέβαλεε στη δημιουργία τεράστιων δυνατοτήτων μετασχηματισμού του φυσικού περιβάλλοντος. Όμως σε συνθήκες κυριαρχίας των καπιταλιστι­κών σχέσεων παραγωγής η φύση αντιμε­τωπίζεται καθαρά εργαλειακά, ως απλό μέσο, ως εργαλείο για εύκολη κερδοφο­ρία. Αυτή η αρπακτική, χρησιμοθηρική σχέση της κοινωνίας απέναντι στη φύση οδηγεί στην καταστροφή των ίδιων των βιολογικών προϋποθέσεων ύπαρξης της κοινωνίας, απειλεί να εξαφανίσει την ανθρωπότητα (οικολογική καταστρο­φή).

Η επιστημονικοτεχνική πρόοδος ανοίγει το δρόμο για τη δημιουργία αφθονίας υλικών αγαθών και τη λήξη του αγώνα για την εξασφάλιση των ανα­γκαίων μέσων για τη βιολογική επιβίω­ση των ανθρώπων. Όμως η ειρωνεία της ιστορίας έγκειται στο γεγονός ότι αυτές οι τεράστιες δυνατότητες δεν χρησιμο­ποιούνται ως μέσο για την εξάλειψη της πείνας, για τη θεραπεία των διάφορων ασθενειών, για το ξεπέρασμα της φτώ­χιας και αθλιότητας στις οποίες είναι καταδικασμένα εκατομμύρια ανθρώπων στον πλανήτη μας, αλλά ως μέσο για τη δημιουργία όπλων μαζικής κατα­στροφής τα οποία σπέρνουν το θάνατο και τον όλεθρο. Την ίδια στιγμή που η πληροφορική παρέχει τη δυνατότητα ανάπτυξης πολλαπλών μορφών επικοι­νωνίας, όλο και περισσότερο δυναμώνει η εξατομίκευση της κοινωνίας, η αποξέ­νωση ανάμεσα στους ανθρώπους. Το φαινόμενο της μοναξιάς και οι ψυχικές διαταραχές που συνδέονται μ’ αυτό εί­ναι μία ακόμη πτυχή της σύγχρονης κα­πιταλιστικής βαρβαρότητας. Ο κατανα­λωτικός παράδεισος, το καύχημα της «οικονομίας της αγοράς» αποτελούν φτηνό υποκατάστατο της έλλειψης ιδα­νικών, της πνευματικής και πολιτιστι­κής φτώχιας των μικροαστών. Η έλλει­ψη κοινωνικού ιδανικού, η απώλεια του νοήματος της ζωής οδηγεί στην αύξηση του αριθμού των αυτοκτονιών, στην εξάπλωση της βίας και της εγκληματικό­τητας, ιδιαίτερα στη νεολαία, η οποία σαν βαρόμετρο αντανακλά την παρακμή της κοινωνίας.

Μ’ άλλα λόγια, η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην επιστημονικοτεχνική, ηθική και κοινωνική πρόοδο δεν είναι μια σχέση μονοσήμαντου και ευθύγραμ­μου καθορισμού, αλλά μια σύνθετη και αντιφατική αλληλεπίδραση. Ιστορικά διαμορφώθηκαν δύο βασικές προσεγγί­σεις οι οποίες απολυτοποιούν τη μία ή την άλλη πλευρά αυτής της αλληλεπί­δρασης: η θετικιστική-αντικειμενιστική και η ανθρωπολογική-υποκειμενιστική προσέγγιση.

Οι θετικιστές καθοδηγούμενοι από την αρχή «επιστήμη για την επιστήμη» εξετάζουν την επιστημονική έρευνα ως σφαίρα της «καθαρής», «αντικειμενικής» γνώσης η οποία αντανακλά το «ον» σε αντιπαράθεση με το «δέον». Σύμφωνα με αυττή την προσέγγιση η επιστή­μη πρέπει ολοκληρωτικά να απελευθε­ρωθεί από τα αισθήματα, τις πεποιθή­σεις, τις αναζητήσεις των ανθρώπων που μολύνουν την «αγνότητα» και την «καθαρότητα» της. Το κοινωνικό, ηθικό και αισθητικό ιδανικό, το «ζήτημα του νοήματος» της ανθρώπινης ύπαρξης αναγορεύονται σε «μεταφυσικά ζητήμα­τα» δήθεν ξένα προς την ίδια την ουσία της επιστήμης. Το αντικείμενο της επι­στημονικής έρευνας εξετάζεται ως σύνο­λο εξωτερικά συνδεμένων γεγονότων και παραγόντων, ενώ η επιστημονική γνώση ανάγεται στην επιφανειακή, εμπειρική, εξωτερική περιγραφή τους (η έρευνα της ουσίας, των εσωτερικών συ­ναφειών του αντικειμένου ανακηρύσσε­ται «ψευδοπρόβλημα»). Οι μέθοδοι των φυσικών επιστημών αντιπαρατίθενται στις μεθόδους των «ανθρωπιστικών» επιστημών και εξετάζονται ως μοντέλο, «παράδειγμα» επιστημονικότητας. Η επιστήμη σύμφωνα με τους θετικιστές πρέπει να αντικειμενικοποιηθεί, να «αποϊδεολογικοποιηθεί», να «απανθρωποποιηθεί» και το ίδιο το υποκείμε­νο της γνώσης πρέπει να αφομοιωθεί, διαχεόμενο στις απρόσωπες δομές του αντικειμένου (αξίζει να σημειωθεί ότι ο αντικειμενισμός νομοτελειακά οδηγεί στον υποκειμενικό ιδεαλισμό).

Οι άνθρωποι στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης ανάγονται σε απλά εργα­λεία, όργανα, αντικείμενα χειραγώγη­σης, που αφομοιώνονται από τις απρό­σωπες δομές, οι οποίες μετατρέπονται σε παντοδύναμο (απρόσωπο) υποκείμε­νο. Έτσι πραγματοποιείται η αντιστροφή της σχέσης αντικειμένου-υποκειμένου: οι ζωντανοί άνθρωποι, τα ενεργά υποκείμενα, μετατρέπονται σε παθητικά αντικείμενα, ενώ στα πράγματα προσδί­δονται ανθρώπινες ιδιότητες, που τα με­τατρέπουν σε υποκείμενα τα οποία κυ­ριαρχούν πάνω στους ανθρώπους. Ο χαρακτηριστικός για το θετικισμό φετι­χισμός της γνώσης έχει τη βάση του στο φετιχισμό του εμπορεύματος, τον οποίο μελέτησε ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο».

Η τεχνοκρατική ιδεολογία -οργανι­κή πλευρά του θετικισμού- βασίζεται στην αυταπάτη του εφικτού της άρσης των κοινωνικών αντιθέσεων, διαμέσου της εγκαθίδρυσης της εξουσίας των «ειδικών», των «ειδημόνων», οι οποίοι είναι ικανοί να χρησιμοποιούν τη σύγ­χρονη τεχνική και τεχνολογία. Στηη βάση της τεχνοκρατικής ιδεολογίας βρίίσκεται η μηχανιστική αναγωγή της κοινωνιικής ανάπτυξης στην εξέλιξη της τεχνικής, ο αφελής-αισιόδοξος τεχνολογικός ντε­τερμινισμός.

Συνολικά, αξίζει να ειπωθεί ότι η θε-τικιστική-τεχνοκρατική προσέγγιση εκ­φράζει τις διαθέσεις της επιστημονικής και τεχνικής ελίτ της καπιταλιστικής κοινωνίας, της «ακαδημαϊκής επιστή­μης», οι εκπρόσωποι της οποίας βλέ­πουν τον κόσμο μέσα από τους κοντό­φθαλμους φακούς της στενής επιστημο­νικής τους εξειδίκευσης, καθώς βρίσκο­νται κάτω ααπό την εξουσία των ψευδαι­σθήσεων που δημιουργεί ο υποδουλωτι-κός καταμερισμός της εργασίας.

Οι ανθρωπολογιστές-υποκειμενιστές κηρύσσουν «ιερό πόλεμο» εναντίον των θετικιστών-τεχνοκρατών, διαμαρ­τυρόμενοι για τη μετατροπή του ανθρώπου σε εξάρτημα μιας τεράστιας μηχα­νής και για τις σύγχρονες μορφές τεχνο­λογικής δουλλείας. Σε αντιπαράθεση με τους θετικιστές, οι οποίοι δέχονται ως αρχή την ύπαρξη «καθαρής γνώσης», «αποφλοιωμένης» από κάθε υποκειμε­νικότητα, οι ανθρωπολογιστές σε πρώτο πλάνο προβάλλουν την «καθαρή συνεί­δηση», αποδεσμευμένη από τις «αλυσί­δες» οποιασδήποτε μορφής.

Οι ανθρωπολογιστές «μάχονται» ηρωικά εναντίον του μηχανιστικού υλι­σμού, συμπεριλαμβανόμενου του λεγό­μενου «οικονομικού υλισμού» και του νατουραλισμού, ο οποίος εξετάζει τον άνθρωπο ως απλό αντικείμενο, κατα­πνίγοντας την ελευθερία του, υποτάσσοντάς τον στους τυφλούς νόμους της αντικειμενικής αναγκαιότητας, στα βα­ριά δεσμά της αιτιοκρατίας. Ως μοναδι­κή δυνατότητα σωτηρίας της ελευθερίας του ανθρώπου παρουσιάζεται η άρνηση των αντικειμενικών κοινωνικών νόμων, η απόρριψη της ιστορικής νομοτέλειας. Τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάζονται ως προϊόν της υποκειμενικής βούλησης, της ελεύθερης επιλογής των ανθρώπων από ένα φάσμα ισοδύναμων δυνατοτή­των. Η αυθόρμητη διαμαρτυρία εναντίον του φαταλισμού οδηγεί σ’ αυτήν την πε­ρίπτωση στο άλλο άκρο, στο ρελατιβισμό (σχετικισμό), ο δίκαιος αγώνας εναντίον του οικονομικού ντετερμινισμού ανοίγει το δρόμο σ’ έναν υποκειμενισμό δίχως όρια, σε μια ηθικολογία νεοκαντιανού τύπου. Ο κομμουνισμός και ο σοσια­λισμός φέρονται ως ηθικές αξίες, ως απραγματοποίητα -στον υλικό κόσμο-ιδανικά. Η αξιολογία και η ηθικολογία παρουσιάζονται ως μοναδικές εναλλακτικές λύσεις στον αγώνα εναντίον του θετικιστικού φετιχισμού της γνώσης.

Στην πραγματικότητα, τόσο ο θετικι­στικός φετιχισμός της γνώσης και της τεχνικής όσο και η νεοκαντιανή δεοντο­λογία και αξιολογία έχουν την ίδια κοι­νωνική βάσηη: την κυριαρχία των εμπορευματικών-χρηματιστικών σχέσεων, την εξομοίωση και ομοιομορφοποίηση των αποξενωμένων ατόμων. Ανα­κύπτουν επίσης στη βάση της επιβολής της εξουσίας των προϊόντων, των απο­τελεσμάτων της ανθρώπινης εργασίαας (στη δεδομένη περίπτωση των επισστημο­νικών γνώσεων ως αποτελεσμάτων ττης επιστημονικής εργασίας, ως «προϊόό­ντων» της αντικειμενοποίησης) πάάνω στη ζωντανή, στη δημιουργική εργαασία (η «νεκρή» επιστημονική γνώση βάζζει φραγμό στην επιστημονική δημιουρργία, στην ανάπτυξη της μεθόδου της επιιστή­μης και στην παραγωγή νέας «ζω­ντανής» επιστημονικής γνώσης) είτε στη βάση της επιβολής ηθικών αξιών και αρ­χών ξένων και εχθρικών προς τις πραγ­ματικές ανάγκες των ατόμων, η εφαρμο­γή των οποίων οδηγεί στην αποσύνθεση και διάχυση της προσωπικότητας τους.

Όσο και να φαίνεται παράξενο, οι ανθρωπολογιστές-υποκειμενιστές βρί­σκονται δέσσμιοι του νατουραλισμού και του μηχανιστικού υλισμού στους οποί­ους ασκούν κριτική. Για παράδειγμα, οι ανθρωπολογιστές ουσιαστικά ταυτί­ζουν την αιτιοκρατία με τον μηχανιστι­κό ντετερμινισμό και τον εξίσου μηχανι­στικό υλισμό του Λαπλάς, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει πλήρης προκαθορι­σμός των μελλοντικών γεγονότων από τα γεγονότα του παρελθόντος, ενώ απορρίπτεται εντελώς ο ρόλος του τυχαίου και του υποκειμενικού παράγο­ντα. Στη συνέχεια απορρίπτουν την ιστορική νομοτέλεια, προκειμένου να προσδώσουν στο ρόλο του ιστορικού υποκειμένου τη σημασία του τυχαίου, της ιστορικής δυνατότητας στη διαδικα­σία ανάπτυξης της κοινωνίας. Σε αντί­θεση με αυτήν τη μεταφυσική αντίληψη της ιστορικής αναγκαιότητας, ο μαρξι­σμός εξετάζει τους κοινωνικούς νόμους ως τάσεις οι οποίες ανοίγουν το δρόμο της ιστορικής ανάπτυξης μέσα από τη σύγκρουση τους με αντίθετες τάσεις. Οι άνθρωποι με τη δραστηριότητα τους μπορούν να επιταχύνουν ή να επιβραδύ­νουν την κίνηση της ιστορίας στηριζόμε­νοι στη μια ή στην άλλη ιστορική τάση. Δεν μπορούν όμως να καταργήσουν τους νόμους της ιστορίας, την ιστορική αναγκαιότητα.

Οι ανθρωπολογιστές, με το πρόσχη­μα της κριτικής της τεχνοκρατικής ιδεο­λογίας, απορρίπτουν την αναγκαιότητα μελέτης της οικονομικής σφαίρας, δηλα­δή της ουσίας της ανθρώπινης κοινω­νίας, απορρίπτουν τον καθοριστικό ρό­λο του κοινωνικού είναι απέναντι στην κοινωνική συνείδηση. Κάθε προσπάθεια μελέτης της αλληλεπίδρασης των παρα­γωγικών δυνάμεων και των σχέσεων πα­ραγωγής ανααγορεύεται σε «οικονο­μισμό», τεχνοκρατισμό κ.λπ. Η αφελής τεχνοκρατική αισιοδοξία δίνει τη θέση της σ’ ένα ρομαντικό αντιτεχνοκρατισμό. Οι θεωρητικές κατασκευές των ανθρωπολογιστών αποτελούν εκσυγχρονι­σμένη έκδοση του οικονομικού ρομαντι­σμού του Σισμόντι, και οδηγούν αναπό­φευκτα σε μια χαώδη θέαση της κοινω­νίας ως αποτελέσματος της δράσης δια­φόρων «παραγόντων». Καθοριστικοί αναδεικνύονται κατεξοχήν οι λεγόμενοι «υποκειμενικκοί παράγοντες»).

Μια από τις αναπόφευκτες συνέπει­ες αυτής της προσέγγισης είναι η σύγ­χυση του λόγου και της διάνοιας ως μορ­φών σκέψης. Ως εναλλακτική λύση στον «μονόπλευρο ορθολογισμό» εμφανίζο­νται οι συναισθηματικές εξάρσεις, τα εκ­φραστικά αισθητηριακά απεικάσματα, τα φτερουγίσματα της ψυχής. Ο ανθρωπολογισμός αποτελεί την ιδεολογία της «δυστυχισμέένης συνείδησης» που ζει σ’ έναν αποξενωμένο κόσμο, στον οποίο τσακίζεται η ελευθερία του ατόμου και το ίδιο το άτομο αφομοιώνεται σε μια γκρίζα, παθητική, αποπροσωποποιημένη μάζα. Ως μοναδικός τρόπος σωτηρίαςπαρουσιάζεται η φυγή του ατόμου από τον υλικό κόσμο στον κόσμο των «ηθι­κών αξιών», των θρησκευτικών κηρυγ­μάτων, των αγνών και μέχρι παραληρή­ματος αυθόρμητων συγκινήσεων…

Όμως η «δυστυχισμένη συνείδηση» αργά ή γρήγορα ανακαλύπτει ότι η εξω­τερική αποξένωση έχει μετατραπεί σε εσωτερική αποξένωση, σε κυριαρχία τυφλών, αυθόρμητων, ανορθόλογων δυνάμεων πάνω στη θέληση, στο «εγώ» του αλλοτριωμένου ατόμου. Ο ανθρωπολογισμός αποτελεί έκφραση της αυθόρμητης διαμαρτυρίας της «δυστυ­χισμένης συνείδησης» εναντίον του αποξενωμένου κόσμου, και ταυτόχρονα προϊόν του συμβιβασμού, της προσαρ­μογής σ’ αυτό τον κόσμο.

Η λατρεία του αφηρημένου «Ανθρώ­που» έξω από οποιοδήποτε χωροχρονικό και ιστοορικοκοινωνικό προσδιορι­σμό αποτελεί μορφή εξιδανίκευσης του αλλοτριωμένου ατόμου της «κοινωνίας των ιδιωτών» το οποίο εξετάζει τον εαυτό του ως αυτοσκοπό, και όλους τους άλλους ανθρώπους ως μέσα για την ικανοποίηση των εγωιστικών του αναγκών. Τα κηρύγματα περί «εξανθρω­πισμού» της επιστήμης και της κοινω­νίας, δίχως ριζικό επαναστατικό μετα­σχηματισμό του συνόλου των κοινωνι­κών σχέσεων, αποτελούν χαρακτηριστι­κό γνώρισμα της ιδεολογίας του μικροα­στού ο οποίος ασκεί κριτική στις «κακές πλευρές» του καπιταλισμού και την ίδια στιγμή επιδιώκει να διατηρήσει τις «καλές πλευρές» του.

Ο «εξανθρωπισμός» αυτός αποτελεί αντεστραμμένη, ιδεολογική μορφή έκ­φρασης της ουτοπικής προσπάθειας τα­ξικού συμβιβασμού, άρσης των ταξικών αντιθέσεων στο πλαίσιο της ηθικής συνείδησης του σύγχρονου φιλισταίου. Είναι το φαινόμενο της «διπλής συ­νείδησης», του διχασμού ανάμεσα στην «κοινωνική» και «ατομική» ηθική (στην ηθική «για τους άλλους» και στην ηθική «για τον εαυτό μας») πράγμα το οποίο αποτελεί οργανικό στοιχείο της στάσης ζωής αυτού του φιλισταίου.

Τόσο ο θετικισμός όσο και ο ανθρωπολογισμός -παρ’ όλες τις διαφορές τους- κινούνται στο πλαίσιο της ίδιας μεταφυσικής λογικής, η οποία υπερδιογκώνει, απολυτοποιεί τη μια ή την άλλη πλευρά της πραγματικής αλληλεπίδρα­σης και, σε τελευταία ανάλυση, οδηγούν στην απολογητική των φετιχοποιημένων, αλλοτριωμένων κοινωνικών σχέ­σεων. Και οι δύο αντιδιαλεκτικές προ­σεγγίσεις έχουν ως προϋπόθεση την αποδοχή της αντίθεσης επιστήμης-ανθρωπισμού ως δεδομένης κατάστασης, δίχως να εξηγούν τις αιτίες που προκά­λεσαν τη γέννηση της και τις δυνατότητες άρσης της στο μέλλον. Η μαρξιστική ανάλυση της πορείας ανάπτυξης της κοινωνίας και της επιστήμης ως φυσικοϊστορικής διαδικασίας δίνει το κλειδί για μια πιο βαθειά προσέγγιση του προ­βλήματος. Στο πλαίσιο αυτής της προ­σέγγισης εξετάζεται η διαδικασία δια­μόρφωσης των προϋποθέσεων πρωταρ­χικής γέννησης, σχηματισμού και ωρί­μανσης της επιστήμης. Η επιστήμη εξε­τάζεται όχι μόνο ως μορφή γνώσης αλλά μορφή κοινωνικής συνείδησης, τίθεται το πρόβλημα της οργανικής αλληλεπί­δρασης της με την διαδικασία ανά­πτυξης της κοινωνίας.

Οι προϋποθέσεις της επιστήμης γεν­νιούνται στην πρωτόγονη κοινωνία με τη μορφή της παρατήρησης και της περι­γραφής φυσικκών αντικειμένων και δια­δικασιών. Τα πρώτα στοιχεία της γνώ­σης εμφανίζονται ως πλευρές της άμε­σης κοινωνικής πρακτικής, και πρώτ’ απ’ όλα της εργασιακής πρακτικής, η οποία προσανατολίζεται στην εξασφά­λιση των αναγκαίων προσόντων για τη βιολογική επιβίωση των ανθρώπων. Έτσι, η παραατήρηση, για παράδειγμα, της κίνησης του ήλιου και των άστρων ήταν αναγκαία για την οργάνωση της αγροτικής εργασίας. Τα στοιχεία επι­στημονικής γνώσης συγχέονται ακόμα με μύθους, φανταστικές αναπαραστά­σεις φυσικών δυνάμεων, μαγικές τελε­τουργίες κ.λπ.

Η πρωταρχική γέννηση της επιστή­μης ως σχετικά ανεξάρτητης μορφής κοινωνικής συνείδησης, η σχετική ανεξαρτοποίηση της από την άμεση κοινω­νική πρακτική, έχει ως υλική βάση τη δη­μιουργία σταθερού πλεονάσματος προϊ­όντων (πάνω από το αναγκαίο επίπεδο για την ικανοποίηση των στοιχειωδών βιολογικών αναγκών των ανθρώπων). Έτσι, εμφανίζεται μια ομάδα ανθρώπων οι οποίοι απελευθερώνονται από τη σκληρή χειρωνακτική εργασία και απο­κτούν τη δυνατότητα να επιδοθούν σε πνευματικές ασχολίες και οργανωτικές δραστηριότητες. Τα πρώτα στοιχεία επι­στημονικής γνώσης γίνονται κτήμα αυτής της ομάδας του «ιερατείου της γνώσης» η οποία απόκτησε τη δυνατότη­τα να αναπτύσσει τις πνευματικές ικα­νότητες της σε βάρος της πλειονότητας των ανθρώπων που ήταν καταδικασμέ­νοι να μένουν στην αμάθεια και την απο­βλάκωση. Η πρωταρχική γέννηση της επιστήμης συνδέεται με την εμφάνιση της αντίθεσης ανάμεσα στην πνευματική και χειρωνακτική εργασία, και τη διά­σπαση της κοινωνίας σε κοινωνικές τά­ξεις με αντιμαχόμενα υλικά συμφέρο­ντα.

Η καχυποψία και η εχθρότητα των λαϊκών μαζών προς την επιστήμη και την τεχνική ήταν έκφραση του γεγονό­τος ότι αυτές βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο των κυρίαρχων κοινωνικών τά­ξεων. Από την άλλη μεριά, οι μορφωμέ­νοι, οι «ιερείς της γνώσης», αντιμετώπι­ζαν με υπεροψία τις κατώτερες κοινωνι­κές ομάδες, έβλεπαν περιφρονητικά τη χειρωνακτική εργασία. Αυτή η περιφρό­νηση προς τη χειρωνακτική εργασία βρήκε την αντανάκλαση της στον ενατενιστικό, θεωρησιακό χαρακτήρα της αρ­χαίας επιστήμης, στην αδυναμία εφαρ­μογής των επιτευγμάτων της για το με­τασχηματισμό, για την επαναστατικοποίηση της ίδιας της διαδικασίας της παραγωγής.

Η πρωταρχική εμφάνιση της επιστήμης ως σχετικά ανεξάρτητης μορφής κοινωνικής συνείδησης (αν και ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί ο διαχωρισμός της από τις άλλες πλευρές κοινωνικής συνείδησης) είχε αντιφατικό χαρακτή­ρα. Από τη μια μεριά ήταν μεγάλη κατά­κτηση της ανθρωπότητας η οποία συντέ­λεσε στην απελευθέρωση της κοινωνίας από την άμεση φυσική εξάρτηση, και συνέβαλε στην γρήγορη ανάπτυξη των διανοητικών ικανοτήτων, της πνευ­ματικής καλλιέργειας της ανθρωπότη­τας. Από την άλλη πλευρά, η γρήγορη ανάπτυξη της πνευματικής καλλιέργει­ας μιας σχετικά μικρής ομάδας ανθρώ­πων, μπόρεσε να πραγματοποιηθεί εξαι­τίας του ότι η πλειοψηφία των ανθρώ­πων ήταν αναγκασμένη να εργάζεται για να τους εξασφαλίσει τα αναγκαία προς το ζην μέσα, ήταν καταδικασμένη να πα­ραμένει μέσα στην αγραμματοσύνη και την καθυστέρηση.

Η αρχαία επιστήμη μοιάζει με την πρώτη ενατένιση του ανθρώπου, ο οποί­ος μόλις άρχισε να απελευθερώνεται από την άμεση φυσική ανάγκη στον κό­σμο που τον περιβάλλει. Χαρακτη­ριστικό γνώρισμα αυτής της πρώτης ενατένισης του εξωτερικού κόσμου είναι η αισθητηριακή-συγκεκριμένη, η άμεση σύλληψη της καθολικής κίνησης, της αλ­λαγής, η μη διαφοροποίηση ξεχωριστών πλευρών, στιγμών, σχέσεων της καθολι­κής αλληλεπίδρασης των πραγμάτων. Σ’ αυτό το στάδιο η φιλοσοφία ταυτίζεται άμεσα με την επιστήμη, ενώ οι επιμέρους επιστήμες δεν έχουν ακόμη διαχωριστεί η μια από την άλλη, δεν έχουν ακόμη αποκοπεί από τη φιλοσοφία. Οι φιλοσο­φικές επιστημονικές εργασίες έχουν ταυτόχρονα το χαρακτήρα έργων τέ­χνης, ενώ η ίδια η τέχνη είναι αναπόσπα­στη από τη φιλοσοφική κοσμοθεωρητική αναζήτηση.

Στους νέους χρόνους αρχίζει να πραγματοποιείται η χειραφέτηση της επιστήμης από τη θρησκεία, και η φιλο­σοφία αρνιέται το ρόλο της θεραπαινίδος της θεολογίας. Τη θέση της ενατενιστικής, θεωρησιακής αρχαίας επιστήμης καταλαμβάνει η πειραματική, εμπειρική επιστημονική γνώση, η οποία προσανα­τολίζεται στην άμεση πρακτική εφαρμο­γή των ανακαλύψεων της. Η επιστημονι­κή πρόοδος όλο και περισσότερο συνδέ­εται με την τεχνική πρόοδο, με το μετα­σχηματισμό της ίδιας της διαδικασίας της παραγωγής. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο πλήγμα εναντίον της αριστοκρα­τικής, ελιτίστικης, σχολαστικής κατα­νόησης της επιστήμης συνδέεται με την ανάπτυξη του ανθρωπισμού στην Ευρώπη. Ο ανθρωπισμός του Διαφωτι­σμού αποτελούσε θεωρητική έκφραση της διάλυσης της φεουδαρχικής ιεραρχι­κής κοινωνικής δομής και της διαμόρ­φωσης ανεξάρτητων ατομικοτήτων.

Πρωταρχικά η ανάπτυξη της επιστή­μης συνδέθηκε με την εξέλιξη της ατομι­κής χειροτεχνικής εργασίας και της βιο­τεχνικής πααραγωγής. Ο επιστήμονας ήταν ταυτόχρονα καλλιτέχνης και μηχα­νικός (κλασσικοί αντιπρόσωποι αυτού του τύπου επιστήμης είναι ο Λεονάρντο ντα Βίντσι,, ο Λομονόσωφ, ο Γκαίτε κ.ά.). «Στη βάση ανάπτυξης της χειρω­νακτικής εργασίας σε τελευταία ανά­λυση αναπτύσσεται η διάσταση ανάμεσα στη χειρωνακτική και την πνευματική εργασία, ανάμεσα στην εμπειρική και θεωρητική γνώση, ενώ παραγωγική σημα­σία αποκτά η εμπειρική και όχι η θεωρη­τική γνώση»[1].

Στο στάδιο διαμόρφωσης της επι­στήμης αρχίζει η απελευθέρωση, η χει­ραφέτηση των επιμέρους επιστημών (πρωταρχικά των φυσικών επιστημών, της μηχανικής, της αστρονομίας κ.λπ.) από τη φιλοσοφία (κατανοούμενη ως «επιστήμη των επιστημών») και τη θεο­λογία. Τη θέση της αρχαίας, ποιητικής, αρμονικής εεικόνας του υπέροχου κό­σμου καταλαμβάνει το ποσοτικό, ατομι­κό, μηχανικό κοσμοείδωλο. Σε πρώτο πλάνο προωθείται η διάνοια, η αναλυτι­κή σκέψη, η διαδικασία της αποκοπής, του διαχωρισμού ξεχωριστών πλευρών και η σχετικά ανεξάρτητη μελέτη κάθε μιας απ’ αυτές. Χάνεται η ζωντάνια, η ολότητα, η αρμονικότητα της θέασης του κόσμου, που χαρακτήριζε την αρχαιότη­τα, όμως πραγματοποιείται εμβάθυνση της γνώσης στα επιμέρους στοιχεία της. Η βασική αντίθεση αυτού του σταδίου ανάπτυξης της επιστήμης είναι η αντίθε­ση ανάμεσα στη σχηματιζόμενη σκέψη, την απεικόνιση του αντικειμένου στο επίπεδο της διάνοιας από τη μια πλευρά, και την επεξεργασμένη, αισθη­τηριακή ενατένιση από την άλλη πλευρά, η αντίθεση ανάμεσα στη διάνοια και την αισθητηριακή αντανάκλαση[2]. Η απολυτοποίηση της διάνοιας γέννησε το με­ταφυσικό τρόπο σκέψης, τη διδασκαλία περί του αμετάβλητου της φύσης, της κοινωνίας, της σκέψης.

Προϊόν της αναλυτικής σκέψης είναι ο διαχωρισμός του ατόμου ως φυσικού όντος, ως θεμελιακής αρχής για τη μελέ­τη της κοινωωνίας. Η κοινωνία εξετάζε­ται ως άθροισμα αποξενωμένων, απο­σπασμένων μεταξύ τους ατόμων, καθέ­να από τα οποία θεωρεί τον εαυτό του ως αυτοσκοππό και όλα τα υπόλοιπα άτομα ως απλά μέσα για την ικανοποίη­ση των ατομικών του αναγκών. Ο να­τουραλισμός της αστικής φιλοσοφικής σκέψης έχει ως οργανικό συμπλήρωμα του τον υποκειμενισμό, τη βουλησιαρχία, τον πολιτικό και νομικό ιδεαλισμό (π.χ. θεωρία του «Κοινωνικού Συμβολαίου»).

Η κοσμολογική υπόθεση του Ε. Καντ αποτέλεσε το πρώτο ισχυρό πλήγμα ενα­ντίον της μεταφυσικής θεωρίας του αμε­τάβλητου τηςς φύσης. Ο Καντ απέδειξε, εκτός των άλλων, ότι η διάνοια νομοτε­λειακά και αναπόφευκτα συγκρούεται στην ανάπτυξη της με αντινομίες. Τεκμηρίωσε το διαχωρισμό ανάμεσα στη διάνοια και το λόγο. Ο Χέγκελ έκανε την πρώτη προσπάθεια συστηματικής και ολόπλευρης έρευνας της ανθρώπινης σκέψης στην εσωτερική της κίνηση και ανάπτυξη. Η προσπάθεια αυτή έμεινε ανολοκλήρωτη εξαιτίας του σχετικά χα­μηλού επιπέδου ανάπτυξης των επιμέ­ρους επιστημών, εξαιτίας της ανωριμό­τητας της ίδιας της κοινωνίας (η προ­σπάθεια άρσης της αποξένωσης της «κοινωνίας των ιδιωτών» ήταν καταδι­κασμένη να μείνει στο πλαίσιο της σκέ­ψης, διότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδι­κασία διαμόρφωσης των προϋποθέσεων άρσης της στην ίδια την κοινωνική ζωή, στο κοινωνικό είναι).

Δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική οικο­νομία του καπιταλισμού είναι η πρώτη επιμέρους επιστήμη η οποία συστηματι­κά και ολόπλευρα μελετήθηκε από τις θέσεις της υλιστικής διαλεκτικής. Η μέ­θοδος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, στην ενότητα της με την κίνηση της γνώσης από το συγκεκρι­μένο στο αφηρημένο, χρησιμοποιούνται από τον Μαρξ για την απεικόνιση του καπιταλιστικού οικονομικού σχηματι­σμού στην εσωτερική, αμοιβαία συνά­φεια των μερών του. Ο Μαρξ τεκμηρίω­σε τον αναγκαίο και νομοτελειακό χα­ρακτήρα της άρσης του καπιταλισμού, ανέλυσε τις ιστορικές προϋποθέσεις πε­ράσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Όμως, στις υπόλοιπες επιστήμες εξακολούθησε να κυριαρχεί η κίνηση της γνώσης από το αισθητηριακό-συγκεκριμένο στο αφηρημένο με όλες τις συνέπει­ες που συνδέονται μ’ αυτό: την κυριαρ­χία της στενής επιστημονικής εξειδί­κευσης, της υπερδιογκωμένης διαφορο­ποίησης ανάμεσα σε διάφορους επιστη­μονικούς κλάδους, στη ρήξη ανάμεσα στις «ανθρωπιστικές» και φυσικές επι­στήμες κ.λπ. Η επιστήμη αποσπάται, αποξενώνεται και αντιπαρατίθεται στις άλλες μορφές κοινωνικής συνείδησης (ηθική, τέχνη κ.λπ.). Έτσι, από τη μια πλευρά αναπτύσσεται η αλληλοσύνδεση, η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε διάφορες σφαίρες της κοινωνικής ζωής, και η ίδια η επιστήμη μετατρέπεται σε άμεση παρα­γωγική δύναμη. Από την άλλη πλευρά, η επιστήμη αποξενώνεται από τις άλλεςκοινωνικές δραστηριότητες, γεννιέται η αυταπάτη της «καθαρής επιστήμης», απελευθερωμένης από όλα τα μεταφυσικά ζητήματα (το ερώτημα για το νόημα της ζωής, τα φλέγοντα πολιτικά προβλή­ματα, το πρόβλημα του ωραίου στην τέχνη κ.λ.π.)

Όσο περισσότερο εξαπλώνεται η αυταπάτη της «καθαρής επιστήμης» τό­σο περισσότερο τα προϊόντα, τα αποτε­λέσματα της επιστημονικής δημιουργίας μετατρέπονται σε τεράστιες ακυβέρνη­τες δυνάμεις, οι οποίες απειλούν να κα­ταστρέψουν τον ίδιο το δημιουργό τους, θέτουν υπό αμφισβήτηση την επιβίωση της ίδιας της ανθρωπότητας. Η ιστορία της επιστήμμης θυμίζει το μύθο του μά­γου που απελευθέρωσε το ανεξέλεγκτο «στοιχειό» και μετατρέπεται σε θύμα των ίδιων των πειραμάτων του.

Γεννιέται το εξής παράδοξο: τα απο­τελέσματα της δραστηριότητας του αν­θρώπου μετατρέπονται σε ανεξάρτητες, αυθόρμητες, ακυβέρνητες, καταστροφι­κές δυνάμεις οι οποίες απειλούν να εξο­ντώσουν τον ίδιο το δημιουργό τους. Για πρώτη φορά μπροστά στην ανθρω­πότητα τίθεται το ερώτημα: μετάβαση σε ένα ριζικά νέο τύπο κοινωνικής ανά­πτυξης, όταν η ανθρωπότητα θα κυριαρ­χεί πάνω στα αποτελέσματα της ίδιας της δημιουργίας ή καταστροφή, ολοκλη­ρωτική εξόντωση.

Η ουσία αυτού του νέου τύπου κοι­νωνικής ανάπτυξης έγκειται στη μετά­βαση από την κατακερματισμένη ανθρω­πότητα (όταν κυριαρχούν οι ταξικές αντιθέσεις και συνεχίζεται «ο αγώνας όλων εναντίον όλων»), στην ενωμένη κομμουνιστική ανθρωπότητα (όταν η ελεύθερη ανάπτυξη της κάθε προσωπι­κότητας θα γίνει προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη του κοινωνικού συνόλου). Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ο ανθρωπισμός θα πάψει να είναι κενή, αφηρημένη φράση και θα αποκτήσει συγκεκριμένο, πραγματικό, κοινωνικό περιεχόμενο.

Η αυτοματοποίηση της παραγωγής ανοίγει το δρόμο για την υπέρβαση της μονότονης και κουραστικής μηχανικής εργασίας και την εγκαθίδρυση της ελεύ­θερης δημιουργικής εργασίας η οποία αναπτύσσεται έξω από το πλαίσιο της σφαίρας της υλικής παραγωγής. Η δημι­ουργική εργασία προϋποθέτει αντίστοι­χο επίπεδο ανάπτυξης των δημιουργι­κών ικανοτήτων του ανθρώπου και δεν επιβάλλεται από την εξωτερική ανάγκη εξασφάλισης των αναγκαίων για τη βιο­λογική επιβίίωση μέσων, αλλά αποτελεί έκφραση εσωτερικής ανάγκης του ίδιου του δημιουργού, τρόπο αυτοπραγμάτω­σης του.

Σ’ αυτό το στάδιο ανάπτυξης της κοινωνίας αίρεται η αντίθεση ανάμεσα στη χειρωνακτική και την πνευματική εργασία, η αντίθεση ανάμεσα στα επι­τεύγματα της επιστήμης και του πολιτι­σμού από τη μια μεριά και το χαμηλό διανοητικό και πολιτιστικό επίπεδο των πλατιών λαϊκκών μαζών από την άλλη. Η επιστήμη μετατρέπεται από «δαιμόνια», καταστροφική δύναμη σε δημιουργική δύναμη, η οποία υπηρετεί τις ανάγκες της ανθρωπότητας. Η άρση της αποξέ­νωσης, του κατακερματισμού ανάμεσα στις διάφορες μορφές κοινωνικής συνείδησης (επιστήμη, τέχνη, ηθική) οδηγεί σε ένα νέο τύπο κοινωνικών σχέ­σεων στο πλαίσιο του οποίου η αναζήτη­ση της αλήθειας, η δημιουργία στη βάση των νόμων του ωραίου και η δραστηριότητα σύμφωνα με το καλό, σε αντιστοι­χία με τα συμφέροντα όλης της ανθρω­πότητας θα είναι ένα και το αυτό.

Στο στάδιο ωριμότητας της επιστή­μης κυρίαρχο ρόλο αρχίζει να διαδρα­ματίζει όχι η διάνοια αλλά ο λόγος, η ουσία του οποίου συνίσταται στην απει­κόνιση της κοινωνίας από την άποψη της εσωτερικής της συνάφειας, της αλ­ληλεπίδρασης της με τη φύση, στη διαδι­κασία ανάπττυξης της. Έτσι αίρεται η πο­λυδιάσπαση, ο κατακερματισμός ανάμε­σα σε διάφορους κλάδους επιστημονι­κής γνώσης, ξεπερνιέται η αντίθεση ανά­μεσα στις αανθρωπιστικές και φυσικές επιστήμες, πραγματοποιείται η μετάβα­ση στην «ενιαία, συνθετική επιστήμη του μέλλοντος». «Η επιστήμη η οποία αντι­στοιχεί στηνν αναπτυγμένη, ώριμη αν­θρώπινη κοινωνία είναι συνθετική, εσω­τερικά ενιαία επιστήμη, η γνώση της φύ­σης και η σσυνειδητοποίηση της κοινω­νίας υποβιβάζονται σ’ αυτή στο ρόλο των εσωτερικά ενιαίων διαφορετικών πλευρών»[3].

Η μετάβαση στην ενιαία, συνθετική, ώριμη επιστήμη του μέλλοντος αποτελεί άρνηση της άρνησης, κατά κάποιο τρό­πο επιστροφή στη μη διαφοροποιημένη αρχαία επιστήμη, όμως σε ένα ανώτερο επίπεδο, στη βάση της δημιουργικής αφομοίωσης και του μετασχηματισμού όλου του διανοητικού υλικού το οποίο επεξεργάστηηκε η ανθρωπότητα στην ιστορία της.

Κατά την άποψη μας μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρεις αποφασιστικές στιγ­μές στην ιστορία της επιστήμης. Η πρώ­τη στιγμή σσυνδέεται με το πέρασμα από τη γνώση ως αδιαχώριστη πλευρά της άμεσης κοινωνικής πρακτικής στην πρώτη προσπάθεια αισθητηριακής ενα­τένισης της καθολικής κίνησης, της αλ­λαγής. Αυτό το πέρασμα συνδέονταν με την εμφάνιση της αντίθεσης ανάμεσα στην πνευματική και χειρωνακτική ερ­γασία, της αντίθεσης ανάμεσα στα επι­τεύγματα της επιστήμης και του πολιτι­σμού από τη μια μεριά, και της αμάθειας και της πνευματικής καθυστέρησης στην οποία ήταν καταδικασμένες οι λαϊκές μάζες από την άλλη μεριά.

Η δεύτερη αποφασιστική στιγμή στην ιστορία της επιστήμης σχετίζεται με το πέρασμα από την αισθητηριακή ενατένιση της καθολικής κίνησης στη διάνοια, στην αναλυτική σκέψη. Παράλ­ληλα με την κίνηση της γνώσης από το αισθητηριακάά συγκεκριμένο στο αφηρη­μένο, εμφανίζονται οι πρώτες προσπά­θειες συστηματικής μελέτης ενός συγκε­κριμένου αντικειμένου. Σ’ αυτό το στά­διο, η αντίθεση ανάμεσα στην επιστήμη και τις ανάγγκες ανάπτυξης της ανθρω­πότητας φτάνει στο μέγιστο βαθμό όξυνσης, εμφανίζεται ο κίνδυνος αυτο­καταστροφής της ανθρωπότητας από τα ίδια τα δημιουργήματα της.

Όμως, η πιο αποφασιστική στιγμή στην ιστορία της επιστήμης σχετίζεται με το πέρασμα από τη διάνοια στο λόγο, στην εσωτερικά ενιαία, συνθετική, επι­στημονική γννώση. Σ’ αυτό το στάδιο αί­ρεται η αντίθεση ανάμεσα στην επιστήμη και τις κατακτήσεις του πολιτισμού από τη μια μεριά και τις ανάγκες και τα συμφέροντα της ανθρωπότητας από την άλλη. Η επιστήμη μπαίνει στη συνειδητή υπηρεσία της ανθρωπότητας, προσανα­τολίζεται στην ικανοποίηση των πραγμα­τικών κοινωνικών αναγκών. Η ίδια η αν­θρωπότητα δεν αναπτύσσεται πλέον στα τυφλά, αλλά πάνω στη βάση της επιστη­μονικής πρόβλεψης, συνειδητά, σχεδια­σμένα ανοίγει το δρόμο για το μέλλον.

Η ιστορία της επιστήμης όπως και η ιστορία της κοινωνίας μοιάζει με έλικα. Στην εποχή μας η επιστήμη πλησιάζει προς την τελευταία σπείρα της ελικοει­δούς πορείας της, στο στάδιο της άρνη­σης της άρνησης, του περάσματος στην ώριμη επιστήμη, η οποία συνειδητά υπη­ρετεί την ανθρωπότητα, εργάζεται για την ολόπλευρη ανάπτυξη όχι μόνο της κοινωνίας συνολικά αλλά και κάθε προ­σωπικότηταςς. Σ’ αυτήν όμως την περί­πτωση, το ίδιο το ερώτημα επιστήμη-ανθρωπισμός παύει να υφίσταται.

 

31 Δεκεμβρίου 1992


[1] Β. Α. Βαζιούλιν, «Η Λογικής της Ιστορίας», Μόσχα 1988

[2] Δ. Πατέλης, Φιλοσοφική και μεθοδολογική ανάλυση της οικονομικής επιστήμης, Μόσχα 1991

[3] Β. Α. Βαζιούλιν, Η Λογική της Ιστορίας, Μόσχα 1988